.

Το παρόν άρθρο θα εξετάσει με ποιούς τρόπους είναι δυνατόν να συνδράμουν τα πολεμικά πλοία στην αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης και υπό ποιό νομικό πλαίσιο. Πρόκειται στην ουσία για μία διαχείριση κρίσης[1], η οποία ακροβατεί ανάμεσα στην ασφάλεια ενός κράτους και στο αίσθημα ανθρωπισμού απέναντι σε αβοήθητους ανθρώπους στη θάλασσα. Η δράση του εκάστοτε κράτους σε αυτό το ζήτημα πρέπει να είναι σύννομη με τα κελεύσματα του Διεθνούς Δικαίου, το οποίο εν προκειμένω πραγματώνεται μέσα από το Δίκαιο της Θάλασσας, τη διεθνή σύμβαση SOLAS[2], καθώς και τις αρχές του Ανθρωπιστικού Δικαίου[3].
Οι θαλάσσιες ζώνες
Όπως και στη συζήτηση για την καταδρομή και την πειρατεία, και στην παράτυπη μετανάστευση, βάση οποιασδήποτε ανάλυσης αποτελούν οι θαλάσσιες ζώνες, όπως αυτές ορίζονται από το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Πριν την οποιαδήποτε τοποθέτηση επί του θέματος, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μία πολύ σημαντική επισήμανση: αυτή της διαφοράς των όρων «κυριαρχίας» και «κυριαρχικών δικαιωμάτων». Όταν λέμε ότι ένα κράτος ασκεί κυριαρχία σε μια περιοχή, εννοούμε ότι ένα συγκεκριμένο κράτος, και μόνον αυτό, έχει τη δυνατότητα να ασκήσει όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες επί της συγκεκριμένης περιοχής. Ως κυριαρχικά δικαιώματα σε μία περιοχή, εννοούμε συγκεκριμένα δικαιώματα που παρέχονται σε ένα κράτος σε αυτήν.

Βασική αρχή για το Δίκαιο της Θάλασσας είναι η έννοια της «γραμμής βάσης». Μια γραμμή βάσης, όπως ορίζεται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι η γραμμή (ή καμπύλη) κατά μήκος της ακτής από την οποία μετρώνται τα θαλάσσια όρια της χωρικής θάλασσας ενός κράτους και άλλων θαλάσσιων ζωνών δικαιοδοσίας, όπως η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη ενός κράτους. Κανονικά, μια γραμμή βάσης της θάλασσας ακολουθεί τη γραμμή χαμηλής στάθμης ενός παράκτιου κράτους. Αυτό είναι είτε το σημείο χαμηλής στάθμης που ευρίσκεται πλησιέστερα στην ακτή, είτε μια απόσταση από μόνιμα εκτεθειμένη (πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας) γη, υπό την προϋπόθεση ότι κάποιο τμήμα των υψομέτρων που εκτίθενται κατά την άμπωτη αλλά καλύπτονται κατά την παλίρροια (όπως οι λασπώδεις εκτάσεις) ευρίσκεται εντός 3 ναυτικών μιλίων από μόνιμα εκτεθειμένη γη. Όταν η ακτή έχει βαθιές εσοχές, διαθέτει «οριακά νησιά» (marginal islands[4]) ή είναι εξαιρετικά ασταθής, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ευθείες γραμμές βάσης.
Η διαφορά εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταφέρεται στους ορισμούς: αιγιαλίτιδα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Ως αιγιαλίτιδα ζώνη ορίζεται η θαλάσσια εκείνη ζώνη, που εκτείνεται από τις ακτές και στην οποία το κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία. Το κράτος μάλιστα έχει τη νομική δυνατότητα, να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη στα 12 ν.μ. Ιδιαίτερα χρήσιμη μπορεί να καταστεί η θέσπιση συνορεύουσας ζώνης. Η συνορεύουσα ζώνη (contiguous zone) είναι η θαλάσσια περιοχή που εκτείνεται έως 24 ναυτικά μίλια από τη γραμμή βάσης ενός παράκτιου κράτους, δηλαδή πέραν των χωρικών υδάτων (12 ν.μ.). Δεν αποτελεί τμήμα της εθνικής επικράτειας, αλλά το κράτος έχει ειδικά δικαιώματα επιβολής νόμων για την πρόληψη και τιμωρία παραβάσεων που σχετίζονται με τελωνειακά, φορολογικά, μεταναστευτικά και υγειονομικά θέματα (άρθρο 33 UNCLOS). Παρέχει νομική βάση για προληπτικές ενέργειες, όπως επί παραδείγματι η αναχαίτιση σκαφών που έχουν ως στόχο την παράνομη είσοδο. Δεν αναστέλλεται η ελευθερία της ναυσιπλοΐας, αλλά η θέσπισή της επιτρέπει την περιορισμένη άσκηση εξουσίας για λόγους ασφαλείας.

Ως υφαλοκρηπίδα ορίζεται η έκταση του βυθού και του υπεδάφους από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης και στην οποία το παράκτιο κράτος έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης του βυθού και του υπεδάφους. Δύναται να έχει έκταση 200 ναυτικά μίλια (ν.μ.) από την ακτή, αλλά σε κλειστές θάλασσες, με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, απόστασης ίσης και μικρότερης των 400 ν.μ., η υφαλοκρηπίδα δύναται να καθοριστεί μόνον με ειδική συμφωνία και φυσικά δεν είναι δυνατόν να οριοθετηθεί μονομερώς.
Ως Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), νοείται αυτή η θαλάσσια ζώνη από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης, στην οποία το παράκτιο κράτος έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης στο υπέδαφος, στο βυθό, καθώς και στη θαλάσσια κολώνα (π.χ. αλιεία) πάνω από τον βυθό και στην επιφάνεια της θάλασσας. Και η ΑΟΖ δύναται να έχει απόσταση από την ακτή 200ν.μ. . Για παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές, ισχύουν οι ίδιοι περιορισμοί με την υφαλοκρηπίδα και ορίζεται κατόπιν συμφωνίας με τρίτα κράτη και δεν οριοθετείται μονομερώς ακόμη και σε θαλάσσιες περιοχές που η γεωγραφική έκταση το επιτρέπει. Στην ΑΟΖ τρίτα κράτη έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, υπερπτήσης και τοποθέτησης υπογείων καλωδιών και αγωγών. Στην αιγιαλίτιδα ζώνη, ένα πλοίο μπορεί να πλεύσει, μόνον, υπό το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης.
Ο,τι ευρίσκεται πίσω από την γραμμή βάσης προς την στεριά είναι τα εσωτερικά ύδατα του κράτους. Σε αυτά εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους. Για την είσοδο επισκεπτόμενων πλοίων πρέπει να ζητηθεί άδεια από το κράτος, ενώ τα πολεμικά πλοία και τα αεροσκάφη μπορούν να εισπλεύσουν με ειδική άδεια εισόδου, η οποία μπορεί να ρυθμιστεί μέσω διμερούς η πολυμερούς ρύθμισης. Στα χωρικά ύδατα που είναι δυνατόν να εκτείνονται μέχρι τα 12 ν.μ. από την γραμμή βάσης, ισχύει το δίκαιο του κράτους και τα πλοία απολαμβάνουν το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης[5]. Τέλος η ανοιχτή θάλασσα είναι ό,τι υπάρχει μετά την ΑΟΖ του κράτους. Αν το κράτος δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ, η ανοιχτή θάλασσα εκτείνεται από τα όρια των χωρικών υδάτων. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, σε θέματα αστυνόμευσης, όπως η αναχαίτιση της παράνομης μετανάστευσης, η ΑΟΖ αντιμετωπίζεται πρακτικά ως ανοικτή θάλασσα, εφόσον δεν προβλέπονται ρητά διαφορετικές αρμοδιότητες για το κράτος.
Το άρθρο 110 της UNCLOS αναγράφει ότι:
«1.Εκτός από περιπτώσεις επέμβασης δυνάμει εξουσιών που προβλέπονται από συνθήκη, πολεμικό πλοίο που συναντά στην ανοικτή θάλασσα ξένο πλοίο, εκτός από τα πλοία που απολαύουν πλήρους ετεροδικίας σύμφωνα με άρθρα 95 και 96, δεν δικαιούται να σταματήσει για έλεγχο εκτός αν υπάρχει βάσιμος λόγος υποψίας ότι:
α) το πλοίο επιδίδεται σε πειρατεία
β) το πλοίο επιδίδεται σε δουλεμπόριο
γ) το πλοίο επιδίδεται σε παράνομες εκπομπές και το κράτος της σημαίας του πολεμικού έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 109
δ) το πλοίο δεν έχει εθνικότητα, ή
ε) αν και φέρει ξένη σημαία ή αρνείται να υψώσει τη σημαία του, αυτό έχει στην πραγματικότητα την ίδια εθνικότητα με το πολεμικό.
Και συνεχίζει:
«2.Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, το πολεμικό πλοίο μπορεί να προβεί σε εξακρίβωση του δικαιώματος του πλοίου να φέρει τη σημαία του. Για το σκοπό αυτό, μπορεί να στείλει λέμβο υπό τη διοίκηση αξιωματικού στο ύποπτο πλοίο. Αν μετά τον έλεγχο των εγγράφων η υπόνοια εξακολουθεί να υπάρχει, μπορεί να προβεί σε περαιτέρω έρευνα πάνω στο πλοίο, η οποία θα πρέπει να γίνει με κάθε δυνατή διάκριση.
3. Αν οι υπόνοιες αποδειχθούν αβάσιμες και με την προϋπόθεση ότι ο πλοίο στο οποίο έχει γίνει η έρευνα δεν έχει διαπράξει οτιδήποτε που να δικαιολογεί τις υπόνοιες αυτές, θα αποζημιωθεί για κάθε απώλεια ή ζημιά που μπορεί να υπέστη».
Από το παραπάνω άρθρο προκύπτουν αρκετά ζητήματα. Πρώτα και κύρια ένα πολεμικό πλοίο δικαιούται να διενεργήσει έλεγχο σε ξένο πλοίο μόνο αν υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι το πλοίο ασχολείται με πειρατεία, δουλεμπόριο ή επιδίδεται σε παράνομες εκπομπές[6]. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι το πλεούμενο προς νηοψία να μην διαθέτει σημαία κράτους ή να έχει σηκώσει ψευδή σημαία και στην πραγματικότητα να έχει την ίδια εθνικότητα με το πολεμικό που διενεργεί τη νηοψία. Οι λαθροδιακινητές ως επί το πλείστον χρησιμοποιούν για τη μεταφορά των μεταναστών μικρές λέμβους που δεν διαθέτουν σημαία. Η διενέργεια νηοψίας ωστόσο δεν σημαίνει την άμεση σύλληψη των επιβαινόντων εάν δεν υπάρχει αιτιολογία μέσω διεθνούς ή εθνικού δικαίου[7]. Εάν επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται όντως για περίπτωση παράνομης διακίνησης, το κράτος μπορεί να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, μεταξύ των οποίων τη σύλληψη των διακινητών και -πολύ σημαντικό- τη παροχή αρωγής και προστασίας των μεταναστών.

Το άρθρο 98 της UNCLOS προβλέπει ότι:
«Υποχρέωση παροχής βοήθειας
1. Κάθε κράτος πρέπει να απαιτεί από τον πλοίαρχο οποιουδήποτε πλοίου που φέρει τη σημαία του, εφόσον μπορεί να πράξει αυτό χωρίς να εκθέσει σε σοβαρό κίνδυνο το πλοίο, το πλήρωμα ή τους επιβάτες.
α) να παρέχει βοήθεια σε οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι στη θάλασσα και κινδυνεύει να πνιγεί.
β) να πλέει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα για τη διάσωση ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο, εφόσον ήθελε πληροφορηθεί ότι αυτοί χρειάζονται βοήθεια και εφόσον η παροχή τέτοιας βοήθειας μπορεί λογικά να αναμένεται απ’ αυτόν.
γ) σε περίπτωση σύγκρουσης, να παρέχει βοήθεια στο άλλο πλοίο, στο πλήρωμα του και στους επιβάτες του και, αν είναι δυνατό, να πληροφορεί το άλλο πλοίο για το όνομα του δικού του πλοίου, το λιμάνι νηολόγησής του καθώς και το πλησιέστερο λιμάνι στο οποίο θα προσεγγίσει αυτό.
2. Κάθε παράκτιο κράτος, πρέπει να μεριμνά για την ίδρυση, λειτουργία και συντήρηση επαρκούς και αποτελεσματικής υπηρεσίας έρευνας και διάσωσης στη θάλασσα και, όπου το απαιτούν οι περιστάσεις, να συνεργάζεται με τα γειτονικά κράτη για τον σκοπό αυτό στο πλαίσιο περιφερειακών διευθετήσεων».
Από αυτό το άρθρο απορρέουν πολύ σημαντικές υποχρεώσεις για το παράκτιο κράτος. Κάθε κράτος πρέπει να μεριμνά για τη διάσωση ανθρώπων στη θάλασσα και ιδιαίτερα τα παράκτια κράτη να διατηρούν επαρκή μέσα έρευνας και διάσωσης (Search and Rescue – SAR). Επιπρόσθετα κάθε κυβερνήτης πλοίου είναι υποχρεωμένος να προβεί σε διάσωση ανθρώπου στη θάλασσα με την προϋπόθεση ότι δεν κινδυνεύει το δικό του πλοίο.Τα παράκτια κράτη οφείλουν να έχουν θεσπίσει περιοχές ευθύνης και να έχουν οργανώσει κέντρα συντονισμού έρευνας και διάσωσης (ΕΚΣΕΔ[8]).
Από το 2015 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε αποφάσεις που εξουσιοδοτούν τα κράτη μέλη και οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, να επιχειρούν κατά των διακινητών στα ανοικτά της Λιβύης. Πολύ σημαντική προσθήκη αποτελεί η «Σύμβαση του Παλέρμο» σύμφωνα με την οποία η λαθροδιακίνηση μεταναστών ορίζεται ως μεταφορά ανθρώπων με παράνομο τρόπο, για οικονομικό ή άλλο όφελος, με ή χωρίς συναίνεση των μεταφερόμενων. Υποχρεώνει τα κράτη να διασφαλίζουν ότι οι μετανάστες δεν καθίστανται ποινικώς υπόλογοι για το γεγονός ότι είναι θύματα διακινητών. Επιπρόσθετα, υπογραμμίζεται η σημασία της αντιμετώπισης των αιτίων της μετανάστευσης και της αξιοπρεπούς μεταχείρισης των μεταφερόμενων. Η Ελλάδα έχει κυρώσει τη σύμβαση και την έχει εντάξει στο εθνικό της δίκαιο. Σε περίπτωση που υπάρχουν πρόσφυγες στους μεταφερόμενους, σε αυτούς πρέπει να ενεργοποιηθούν διαδικασίες χορήγησης ασύλου καθώς και να μην γίνει επαναπροώθηση σε μη ασφαλείς χώρες[9].
Τα πολεμικά πλοία εντός χωρικών υδάτων είναι σε θέση συμφώνως του εθνικού δικαίου να ελέγξουν και να αναχαιτίσουν τα πλεούμενα που εισέρχονται παράνομα, να συλλάβουν τους διακινητές και να κατασχέσουν τα σκάφη. Παρ’ όλα αυτά είναι υποχρεωμένα να διασώσουν και να περιθάλψουν τους ανθρώπους σε κίνδυνο στη θάλασσα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι άνθρωποι που ευρίσκονται σε ένα σκάφος σε κακή κατάσταση, θεωρούνται άτομα υποκείμενα σε διάσωση. Στη συνορεύουσα ζώνη είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί νηοψία του σκάφους εφόσον δικαιολογείται. Η νηοψία και η αναχαίτιση επιτρέπονται ωστόσο μόνο όταν τεκμηριώνεται άμεση σύνδεση με παράνομη ενέργεια που θα πραγματοποιηθεί εντός της επικράτειας (π.χ. αποβίβαση σε ελληνική ακτή). Με τον τρόπο αυτόν, προστατεύεται η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και διασφαλίζεται η συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο.

Στην ΑΟΖ και στην ανοιχτή θάλασσα, ένα πολεμικό πλοίο είναι σε θέση να παρακολουθήσει και να καταγράψει ύποπτες κινήσεις και μπορεί να επέμβει μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις. Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, το προς νηοψία πλοίο θα πρέπει να επιδίδεται σε πειρατεία, δουλεμπόριο, να πλέει χωρίς σημαία ή τέλος να υπάρχει διεθνής εντολή (όπως για παράδειγμα εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ) Η διάσωση και η περίθαλψη των ανθρώπων στη θάλασσα[10] είναι υποχρεωτική.
Εν κατακλείδι το μόνο που μπορεί να κάνει ένα πολεμικό πλοίο σε διεθνή ύδατα με λυσιτελή τρόπο στο θέμα της αναχαίτισης μεταναστευτικών ροών, είναι η επιτήρηση και η ενημέρωση των τοπικών αρχών ενός παράκτιου κράτους προκειμένου αυτό να μεριμνήσει εντός των χωρικών του υδάτων. Από αυτό συνάγεται ότι το ζήτημα είναι κυρίως πολιτικό και συνδέεται με την εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών προκειμένου να επιτευχθούν άλλοι πολιτικοί και στρατηγικοί στόχοι. Η αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών είναι ζήτημα πολιτικής θέλησης του παράκτιου κράτους, το οποίο ενημερώνεται από το πολεμικό πλοίο που επιτηρεί στα διεθνή ύδατα.
[1] Η στρατιωτική κρίση είναι μια αιφνίδια ή κλιμακούμενη κατάσταση εντάσεως, κατά την οποία διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας ενός κράτους και η χρήση στρατιωτικής ισχύος καθίσταται πιθανή ή άμεση.
[2] Η Διεθνής Σύμβαση SOLAS (Safety of Life at Sea) του 1974 είναι η σημαντικότερη διεθνής συνθήκη για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα. Υποχρεώνει τα κράτη να εφαρμόζουν αυστηρά πρότυπα ναυπηγικής, εξοπλισμού και λειτουργίας πλοίων. Περιλαμβάνει διατάξεις για τη ναυτική ασφάλεια, τις επικοινωνίες, την πρόληψη πυρκαγιάς, τα σωστικά μέσα και τη διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Το άρθρο V/33 ορίζει την υποχρέωση παροχής βοήθειας σε οποιονδήποτε κινδυνεύει στη θάλασσα, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή καθεστώτος. Η SOLAS εφαρμόζεται διεθνώς υπό την εποπτεία του IMO (Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός).
[3] Το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο (ΔΑΔ), γνωστό και ως Δίκαιο του Πολέμου, είναι το σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των μερών σε ένοπλες συγκρούσεις, με στόχο τον περιορισμό των συνεπειών του πολέμου. Προστατεύει όσους δεν συμμετέχουν στις εχθροπραξίες (π.χ. αμάχους, τραυματίες, αιχμαλώτους) και περιορίζει τα μέσα και τις μεθόδους πολέμου. Κύρια κείμενα του είναι οι Τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης (1949) και τα Πρωτόκολλά τους (1977). Δεσμεύει όλα τα κράτη και εφαρμόζεται τόσο σε διεθνείς όσο και σε μη διεθνείς συρράξεις. Παραβίασή του συνιστά έγκλημα πολέμου, διωκόμενο από διεθνή ή εθνικά δικαστήρια.
[4] Ως γεωγραφικός και ωκεανογραφικός όρος, μια “οριακή θάλασσα” αντιπροσωπεύει μια μερικώς κλειστή θάλασσα δίπλα ή ευρέως ανοιχτή στον ανοιχτό ωκεανό στην επιφάνεια, αλλά οριοθετημένη από υποθαλάσσιες κορυφογραμμές στον πυθμένα της θάλασσας. Ως γεωπολιτικός όρος, μια οριακή θάλασσα ισοδυναμεί με μέρος των χωρικών υδάτων, το οποίο είναι σημαντικό για τον καθορισμό των θαλάσσιων πόρων που μπορεί να εκμεταλλευτεί ένα κράτος.
[5] Η αβλαβής διέλευση αποτελεί έναν από τους κανόνες του Διεθνούς Ναυτικού Δικαίου, ο οποίος επιτρέπει σε ένα σκάφος να διέλθει από τα χωρικά ύδατα ενός άλλου κράτους υπό ορισμένους περιορισμούς. Η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, ορίζει την αβλαβή διέλευση ως εξής: «Η διέλευση είναι αβλαβής, εφόσον δεν παραβλάπτει την ειρήνη, την ομαλή λειτουργία ή την ασφάλεια του παράκτιου κράτους. Η διέλευση θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και τους λοιπούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου».
[6] Η φράση «παράνομες εκπομπές» στο ναυτικό και διεθνές νομικό πλαίσιο αναφέρεται σε ασύρματες ραδιοεπικοινωνίες (radio transmissions) που πραγματοποιούνται χωρίς άδεια ή εκτός των προβλεπόμενων συχνοτήτων, και οι οποίες παραβιάζουν διεθνείς κανονισμούς.
[7] Διεθνές δίκαιο στα διεθνή ύδατα, εθνικό στα χωρικά ύδατα και τη συνορεύουσα ζώνη (με περιορισμούς).
[8] Το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (ΕΚΣΕΔ) είναι η αρμόδια αρχή της Ελλάδας για τον εντοπισμό και τη διάσωση ανθρώπων σε κίνδυνο στη θάλασσα και τον αέρα. Υπάγεται στο Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και λειτουργεί 24/7 υπό την εποπτεία του Υπουργείου Ναυτιλίας. Έχει αρμοδιότητα στο σύνολο της περιοχής ευθύνης SAR της Ελλάδας, όπως αυτή έχει δηλωθεί στον IMO και ICAO. Συντονίζει επιχειρήσεις με συμμετοχή πλοίων, ελικοπτέρων, αεροσκαφών και χερσαίων μέσων. Συνεργάζεται με αντίστοιχα κέντρα άλλων κρατών για διεθνείς επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.
[9] Ο όρος «ασφαλής χώρα» χρησιμοποιείται στο διεθνές και ευρωπαϊκό προσφυγικό δίκαιο για να περιγράψει ένα κράτος στο οποίο τηρούνται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και δεν υφίστανται σοβαροί κίνδυνοι δίωξης ή βίας για αιτούντες άσυλο. Ως ασφαλής χώρα θεωρείται εκείνη στην οποία δεν υπάρχει πόλεμος, βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και λειτουργεί ένα δίκαιο και αποτελεσματικό σύστημα προστασίας. Ο όρος χρησιμοποιείται σε δύο βασικές μορφές: ασφαλής χώρα καταγωγής (για απόρριψη ασύλου) και ασφαλής τρίτη χώρα (για επιστροφή χωρίς εξέταση του αιτήματος). Για τη χορήγηση ή όχι ασύλου πραγματοποιείται ξεχωριστή εξέταση ανά άτομο.
[10] Ο όρος «άνθρωπος στη θάλασσα» (man overboard) δηλώνει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης κατά την οποία ένα ή περισσότερα άτομα έχουν πέσει στο νερό από πλοίο ή σκάφος, είτε λόγω ατυχήματος, είτε εξαιτίας σύγκρουσης, καιρικών συνθηκών ή άλλης αιτίας. Θεωρείται άμεση απειλή για τη ζωή, ανεξαρτήτως αν το άτομο φέρει σωσίβιο ή γνωρίζει κολύμπι. Το συμβάν απαιτεί άμεσο συναγερμό και κινητοποίηση του σκάφους, ενεργοποίηση διαδικασιών διάσωσης (MOB procedures) και ειδοποίηση αρμόδιων αρχών (ΕΚΣΕΔ). Ο όρος χρησιμοποιείται και στις διεθνείς συμβάσεις, όπως η SOLAS, που επιβάλλει την υποχρεωτική παροχή βοήθειας. Ακόμα και σε περίπτωση εντοπισμού ατόμου από ξένο σκάφος ή σε διεθνή ύδατα, η διάσωση είναι νομική και ηθική υποχρέωση. Τονίζεται επίσης ότι δεν είναι ανάγκη το άτομο να ευρίσκεται κυριολεκτικά στη θάλασσα· αρκεί να ευρίσκεται σε δυνητικό κίνδυνο λόγω της κακής κατάστασης του σκάφους πάνω στο οποίο ευρίσκεται.
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ.
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
Με πληροφορίες από
